Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διφωσφορυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με διφωσφορύλιο ή διφωσφορυλίωση Βικιλεξικό
  2. αυτός που φέρει στο μόριό του δύο φωσφορυλομάδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διφωσφορυλικός < (δις) δι- + φωσφορυλικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιφωσφορυλικόςδιφωσφορυλική / διφωσφορυλικηδιφωσφορυλικο / διφωσφορυλικό
Γενικήδιφωσφορυλικούδιφωσφορυλικήςδιφωσφορυλικού
Αιτιατικήδιφωσφορυλικόδιφωσφορυλικήδιφωσφορυλικό
Κλητικήδιφωσφορυλικέδιφωσφορυλικήδιφωσφορυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιφωσφορυλικοίδιφωσφορυλικέςδιφωσφορυλικά
Γενικήδιφωσφορυλικώνδιφωσφορυλικώνδιφωσφορυλικών
Αιτιατικήδιφωσφορυλικούςδιφωσφορυλικέςδιφωσφορυλικά
Κλητικήδιφωσφορυλικοίδιφωσφορυλικέςδιφωσφορυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →