διχάζω
•
- κυριολεκτικάχωρίζω σε δύο μέρη Βικιλεξικό
- μεταφορικάχωρίζω σε δύο μέρη, φέρνω σε αντίθεση και αντιπαράθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διχάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διχάζω < δίχα < δίς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διχάζω | διχάζεις | διχάζει | διχάζουμε | διχάζετε | διχάζουν / διχάζουνε |
| Παρατατικός | δίχαζα | δίχαζες | δίχαζε | διχάζαμε | διχάζατε | δίχαζαν / διχάζαν / διχάζανε |
| Αόριστος | δίχασα | δίχασες | δίχασε | διχάσαμε | διχάσατε | δίχασαν / διχάσαν / διχάσανε |
| Μέλλοντας | θα διχάζω / θα διχάσω | θα διχάζεις / θα διχάσεις | θα διχάζει / θα διχάσει | θα διχάζουμε / θα διχάσουμε | θα διχάζετε / θα διχάσετε | θα διχάζουν / θα διχάζουνε / θα διχάσουν / θα διχάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διχάσει | έχεις διχάσει | έχει διχάσει | έχουμε διχάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διχάσει | είχες διχάσει | είχε διχάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διχάσει / να διχάζω / να διχάσω | να έχεις διχάσει / να διχάζεις / να διχάσεις | να έχει διχάσει / να διχάζει / να διχάσει | να έχουμε διχάσει / να διχάζουμε / να διχάσουμε | να διχάζετε / να διχάσετε | να διχάζουν / να διχάζουνε / να διχάσουν / να διχάσουνε |
| Προστακτική | — | δίχαζε / δίχασε | — | — | διχάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διχάστηκαδιχάζομαιδιχάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →