διχαλώνω
•
- κάνω κάτι να έχει διχάλα, διχαλωτό Βικιλεξικό
- καταλήγω σε διχάλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διχαλώνω < διχάλα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διχαλώνω | διχαλώνεις | διχαλώνει | διχαλώνουμε | διχαλώνετε | διχαλώνουν / διχαλώνουνε |
| Παρατατικός | διχάλωνα | διχάλωνες | διχάλωνε | διχαλώναμε | διχαλώνατε | διχάλωναν / διχαλώναν / διχαλώνανε |
| Αόριστος | διχάλωσα | διχάλωσες | διχάλωσε | διχαλώσαμε | διχαλώσατε | διχάλωσαν / διχαλώσαν / διχαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα διχαλώνω / θα διχαλώσω | θα διχαλώνεις / θα διχαλώσεις | θα διχαλώνει / θα διχαλώσει | θα διχαλώνουμε / θα διχαλώσουμε | θα διχαλώνετε / θα διχαλώσετε | θα διχαλώνουν / θα διχαλώνουνε / θα διχαλώσουν / θα διχαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διχαλώσει | έχεις διχαλώσει | έχει διχαλώσει | έχουμε διχαλώσει | έχετε διχαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διχαλώσει | είχες διχαλώσει | είχε διχαλώσει | είχαμε διχαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διχαλώσει / να διχαλώνω / να διχαλώσω | να έχεις διχαλώσει / να διχαλώνεις / να διχαλώσεις | να έχει διχαλώσει / να διχαλώνει / να διχαλώσει | να έχουμε διχαλώσει / να διχαλώνουμε / να διχαλώσουμε | να έχετε διχαλώσει / να διχαλώνετε / να διχαλώσετε | να διχαλώνουν / να διχαλώνουνε / να διχαλώσουν / να διχαλώσουνε |
| Προστακτική | — | διχάλωνε / διχάλωσε | — | — | διχαλώνετε / διχαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →