διχερέα
•
- η ποσότητα που χωράει στις δυο παλάμες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διχερέα < (δύο, δις) δι- + χέρι + -έα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →