Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διχοτόμηση

/ði.xoˈto.mi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο χωρισμός στα δύο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διχοτόμηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διχοτόμησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιχοτόμησηδιχοτομήσεις
Γενικήδιχοτόμησηςδιχοτομήσεων
Αιτιατικήδιχοτόμησηδιχοτομήσεις
Κλητικήδιχοτόμησηδιχοτομήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →