διχρωμία
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι δίχρωμο(ς), να έχει δύο χρώματα Βικιλεξικό
- τυπογραφίαμέθοδος εκτύπωσης σε δύο χρώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διχρωμία < δίχρωμ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διχρωμία | διχρωμίες |
| Γενική | διχρωμίας | διχρωμιών |
| Αιτιατική | διχρωμία | διχρωμίες |
| Κλητική | διχρωμία | διχρωμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →