Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διχρωμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από δυο χρώματα Βικιλεξικό
    • Κι εξώφυλλο λευκό, γλασέ, μὲ κόκκινα καὶ μαῦρα γράμματα κομψότατα - τὰ « πεζά » μάλιστα τοῦ τίτλου - καὶ μὲ τὸ θαυμάσιο, τὸ κλασικὸ ἐκεῖνο σκίτσο τοῦ Ρούμπου, τυπωμένο κι' αὐτὸ διχρωμικά. (Ο βιβλιόφιλος, τόμοι 1-5, εκδ. Βιβλιοπωλείων, σελ. 4)
  2. χημείαπου περιέχει δύο άτομα χρωμίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διχρωμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dichromic < chromium < αρχαία ελληνική χρῶμα < χρώννυμι / χρωννύω < χρῴζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrēw- (αλέθω, τρίβω) < *gʰer- (τρίβω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιχρωμικόςδιχρωμικήδιχρωμικό
Γενικήδιχρωμικούδιχρωμικήςδιχρωμικού
Αιτιατικήδιχρωμικόδιχρωμικήδιχρωμικό
Κλητικήδιχρωμικέδιχρωμικήδιχρωμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιχρωμικοίδιχρωμικέςδιχρωμικά
Γενικήδιχρωμικώνδιχρωμικώνδιχρωμικών
Αιτιατικήδιχρωμικούςδιχρωμικέςδιχρωμικά
Κλητικήδιχρωμικοίδιχρωμικέςδιχρωμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →