διψάω
•
- νιώθω την επιθυμία να πιω (ή ν’ απορροφήσω) νερό ή άλλο υγρό Βικιλεξικό
- Αρνήθηκα να πιω και της είπα ότι δε δίψαγα. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)
- μεταφορικάεπιθυμώ κάτι πάρα πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διψάω < διψ(ώ) + νεοελληνικό επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική διψῶ / διψάω < δίψα < προελληνικής προέλευσης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διψάω / διψώ | διψάς | διψά / διψάει | διψάμε / διψούμε | διψάτε | διψάν / διψάνε / διψούν / διψούνε |
| Παρατατικός | δίψαγα / διψούσα | δίψαγες / διψούσες | δίψαγε / διψούσε | διψάγαμε / διψούσαμε | διψάγατε / διψούσατε | δίψαγαν / διψάγανε / διψούσαν / διψούσανε |
| Αόριστος | δίψασα | δίψασες | δίψασε | διψάσαμε | διψάσατε | δίψασαν / διψάσαν |
| Μέλλοντας | θα διψάσω / θα διψάω / θα διψώ | θα διψάς / θα διψάσεις | θα διψά / θα διψάει / θα διψάσει | θα διψάμε / θα διψάσουμε / θα διψούμε | θα διψάσετε / θα διψάτε | θα διψάν / θα διψάνε / θα διψούν / θα διψούνε |
| Υποτακτική | να διψάσω / να διψάω / να διψώ | να διψάς / να διψάσεις | να διψά / να διψάει / να διψάσει | να διψάμε / να διψάσουμε / να διψούμε | να διψάσετε / να διψάτε | να διψάν / να διψάνε / να διψούν / να διψούνε |
| Προστακτική | — | δίψα / δίψαγε / δίψασε | — | — | διψάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διψάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →