Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διψήφιος

/ðiˈpsi.fi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για αριθμό με δύο ψηφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διψήφιος < δι- + -ψήφιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιψήφιοςδιψήφιαδιψήφιο
Γενικήδιψήφιουδιψήφιαςδιψήφιου
Αιτιατικήδιψήφιοδιψήφιαδιψήφιο
Κλητικήδιψήφιεδιψήφιαδιψήφιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιψήφιοιδιψήφιεςδιψήφια
Γενικήδιψήφιωνδιψήφιωνδιψήφιων
Αιτιατικήδιψήφιουςδιψήφιεςδιψήφια
Κλητικήδιψήφιοιδιψήφιεςδιψήφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →