Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διψαλέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου διψάει (πολύ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διψαλέος < ελληνιστική κοινή διψαλέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιψαλέοςδιψαλέαδιψαλέο
Γενικήδιψαλέουδιψαλέαςδιψαλέου
Αιτιατικήδιψαλέοδιψαλέαδιψαλέο
Κλητικήδιψαλέεδιψαλέαδιψαλέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιψαλέοιδιψαλέεςδιψαλέα
Γενικήδιψαλέωνδιψαλέωνδιψαλέων
Αιτιατικήδιψαλέουςδιψαλέεςδιψαλέα
Κλητικήδιψαλέοιδιψαλέεςδιψαλέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →