διψασμένος
•
- που διψάει, που έχει μεγάλη επιθυμία να πιει νερό Βικιλεξικό
- Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- μεταφορικάπου επιθυμεί πολύ κάτι Βικιλεξικό
- διψασμένος για δόξα
Ετυμολογία
διψασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διψώ
Άλλοι τύποι
διψασμέναδιψασμένεδιψασμένεςδιψασμένηδιψασμένηςδιψασμένοδιψασμένοιδιψασμένοςδιψασμένουδιψασμένουςδιψασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →