διωγμένος
•
- που τον έχουν διώξει, εκδιώξει Βικιλεξικό
- νομικός όροςπου του έχουν ασκήσει δίωξη Βικιλεξικό
- που καταζητείται Βικιλεξικό
- που έχει υποστεί πειθαρχικά μέτρα Βικιλεξικό
- που έχει καταδιωχθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διωγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διώχνω
Άλλοι τύποι
διωγμέναδιωγμένεδιωγμένεςδιωγμένηδιωγμένηςδιωγμένοδιωγμένοιδιωγμένοςδιωγμένουδιωγμένουςδιωγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →