διωγμός
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διώκω Βικιλεξικό
- ειδικότεραδράσεις ή διαδικασίες που αποσκοπούν στη δίωξη, την εξόντωση, τον παραγκωνισμό ή την (ηθική κυρίως) απομείωση κάποιου (ατόμου ή συνόλου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διωγμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διωγμός < (διώκω) διωκ- > διωγ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διωγμός | διωγμοί |
| Γενική | διωγμού | διωγμών |
| Αιτιατική | διωγμό | διωγμούς |
| Κλητική | διωγμέ | διωγμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →