διωναία
•
- βοτανικήσαρκοβόρο φυτό (Dionaea muscipula) που συλλαμβάνει και τρώει μικρά έντομα με ειδικά τροποποιημένα φύλλα–παγίδες, αξιοποιώντας τα θρεπτικά τους συστατικά για την ανάπτυξή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διωναία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dionée < ελληνιστική κοινή Διωναία, θηλυκό του Διωναῖος < αρχαία ελληνική Διώνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διωναία | διωναίες |
| Γενική | διωναίας | διωναιών |
| Αιτιατική | διωναία | διωναίες |
| Κλητική | διωναία | διωναίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →