Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διωρία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοάλλη γραφή του διορία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διωρία < ελληνιστική κοινή διωρία / διορία < αρχαία ελληνική δι- + ὅρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιωρίαδιωρίες
Γενικήδιωρίαςδιωριών
Αιτιατικήδιωρίαδιωρίες
Κλητικήδιωρίαδιωρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →