διωστήρας
•
- επίμηκες εξάρτημα μηχανής, που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο στη μετατροπή της παλινδρομικής κίνησης του εμβόλου σε περιστροφική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διωστήρας < (καθαρεύουσα) διωστήρ + -ας (→ δείτε τις λέξεις δια και ώση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διωστήρας | διωστήρες |
| Γενική | διωστήρα | διωστήρων |
| Αιτιατική | διωστήρα | διωστήρες |
| Κλητική | διωστήρα | διωστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →