διό
•
- αρχαιοπρεπέςσυνεπώς, γι’ αυτό (τον λόγο), κατά συνέπεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διό < αρχαία ελληνική διό < διά + ὅ, ουδέτερο του ὅς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
διό < αρχαία ελληνική διό < διά + ὅ, ουδέτερο του ὅς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →