διόγκωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διογκώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διογκώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διογκώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διόγκωση < ελληνιστική κοινή διόγκωσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διόγκωση | διογκώσεις |
| Γενική | διόγκωσης | διογκώσεων |
| Αιτιατική | διόγκωση | διογκώσεις |
| Κλητική | διόγκωση | διογκώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →