Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διόγκωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διογκώνω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διογκώνω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διογκώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διόγκωση < ελληνιστική κοινή διόγκωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιόγκωσηδιογκώσεις
Γενικήδιόγκωσηςδιογκώσεων
Αιτιατικήδιόγκωσηδιογκώσεις
Κλητικήδιόγκωσηδιογκώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →