διόδιο
•
- το κόστος χρήσης αυτοκινητοδρόμων Βικιλεξικό
- Μια σκέψη που υπάρχει είναι να μη διατηρηθεί το ενιαίο διόδιο για όλο το 24ωρο. Δηλαδή οι οδηγοί που κυκλοφορούν στην Αττική οδό σε ώρες μη αιχμής να πληρώνουν φθηνότερο διόδιο και όσοι κυκλοφορούν τις ώρες της αιχμής να πληρώνουν ακριβότερο. (*)
- πληθυντικόςδιόδια: ο σταθμός όπου πρέπει ο οδηγός να σταματήσει και να πληρώσει για να συνεχίσει την πορεία του Βικιλεξικό
- η τροχαία είχε κάνει μπλόκο στα διόδια της Κορίνθου
Ετυμολογία
διόδιο < ελληνιστική κοινή διόδιον < δίοδος < αρχαία ελληνική διά + ὁδός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική toll)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διόδιο | διόδια |
| Γενική | διοδίου / διόδιου | διοδίων |
| Αιτιατική | διόδιο | διόδια |
| Κλητική | διόδιο | διόδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →