διόπτευση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διοπτεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διόπτευση < διοπτεύ(ω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διόπτευση | διοπτεύσεις |
| Γενική | διόπτευσης | διοπτεύσεων |
| Αιτιατική | διόπτευση | διοπτεύσεις |
| Κλητική | διόπτευση | διοπτεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →