διόσκουροι
•
- λόγιοδύο πρόσωπα με στενή, σχεδόν αδιάσπαστη σχέση συνεργασίας ή φιλίας, που λειτουργούν και γίνονται αντιληπτά ως ενιαίο σύνολο Βικιλεξικό
- λόγιοδίδυμοι, αδέρφια δίδυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διόσκουροι < ελληνιστική κοινή Διόσκουροι < αρχαία ελληνική Διόσκοροι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διόσκουροι | διόσκουροι |
| Γενική | — | διοσκούρων / διόσκουρων |
| Αιτιατική | — | διοσκούρους / διόσκουρους |
| Κλητική | — | διόσκουροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →