Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διύλιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διυλίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διύλιση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διύλι(σις) + -ση. Πρόθημα (δια-) δι-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιύλισηδιυλίσεις
Γενικήδιύλισηςδιυλίσεων
Αιτιατικήδιύλισηδιυλίσεις
Κλητικήδιύλισηδιυλίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →