διώκτις
•
- καθαρεύουσαάλλη γραφή του διῶκτις, η διώκτρια Βικιλεξικό
- 1874 Αὕτη εἶναι ἡ σύζυγος τοῦ μωροῦ ̓Αρκαδίου, ἡ φοβερὰ καὶ ἄσπονδος διώκτις' Ἰωάννου τοῦ Χρυστοστόμου.
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →