διώνυμο
•
- μαθηματικάτο αλγεβρικό άθροισμα δύο μονωνύμων Βικιλεξικό
- η διωνυμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διώνυμο < (δις) δι- + -ώνυμο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική binôme < υστερολατινική binomium < bi(s) + αβέβαιο αν από το λατινικό nomen (όνομα) ή το αρχαίο ελληνικό νόμος Κατά το διώνυμο, και τα τριώνυμο, πολυώνυμο, κ.λπ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διώνυμο | διώνυμα |
| Γενική | διωνύμου / διώνυμου | διωνύμων / διώνυμων |
| Αιτιατική | διώνυμο | διώνυμα |
| Κλητική | διώνυμο | διώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →