δι' ολίγων
•
- λόγιομε λίγα λόγια, χωρίς πολλά λόγια Βικιλεξικό
- πολυτονική γραφή: δι᾿ ὀλίγων
Ετυμολογία
δι᾿ ολίγων < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δι᾿ ὀλίγων < διά + ὀλίγος
Άλλοι τύποι
δι᾿ ολίγων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →