δοκιμασία
•
- η δοκιμή Βικιλεξικό
- δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία Βικιλεξικό
- Μπορεί μέσα απ' αυτή τη δοκιμασία να προκύψει κάτι καλό. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- πολιτικήέλεγχος ώστε να βεβαιωθεί η καταλληλότητα υποψηφίου για να αναλάβει δημόσιο λειτούργημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοκιμασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δοκιμασία < δοκιμάζω (εξετάζω, ερευνώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοκιμασία | δοκιμασίες |
| Γενική | δοκιμασίας | δοκιμασιών |
| Αιτιατική | δοκιμασία | δοκιμασίες |
| Κλητική | δοκιμασία | δοκιμασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →