Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοκοθήκη

/ðo.koˈθi.ci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ειδική θήκη / υποδοχέας (κατασκευασμένη ή σκαμμένος) για δοκούς / δοκάρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοκοθήκη < ελληνιστική κοινή δοκοθήκη. Μορφολογικά αναλύεται σε δοκ(ός) + -ο- + -θήκη.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοκοθήκηδοκοθήκες
Γενικήδοκοθήκηςδοκοθηκών
Αιτιατικήδοκοθήκηδοκοθήκες
Κλητικήδοκοθήκηδοκοθήκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →