δολομιτικός
•
- που έχει σχέση με δολομίτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δολομιτικός < δολομίτ(ης) + -ικός, (λόγιο δάνειο) γαλλική dolomitique
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δολομιτικός | δολομιτική | δολομιτικό |
| Γενική | δολομιτικού | δολομιτικής | δολομιτικού |
| Αιτιατική | δολομιτικό | δολομιτική | δολομιτικό |
| Κλητική | δολομιτικέ | δολομιτική | δολομιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δολομιτικοί | δολομιτικές | δολομιτικά |
| Γενική | δολομιτικών | δολομιτικών | δολομιτικών |
| Αιτιατική | δολομιτικούς | δολομιτικές | δολομιτικά |
| Κλητική | δολομιτικοί | δολομιτικές | δολομιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →