Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δολομιτικός

/ðo.lo.mi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δολομίτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δολομιτικός < δολομίτ(ης) + -ικός, (λόγιο δάνειο) γαλλική dolomitique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδολομιτικόςδολομιτικήδολομιτικό
Γενικήδολομιτικούδολομιτικήςδολομιτικού
Αιτιατικήδολομιτικόδολομιτικήδολομιτικό
Κλητικήδολομιτικέδολομιτικήδολομιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδολομιτικοίδολομιτικέςδολομιτικά
Γενικήδολομιτικώνδολομιτικώνδολομιτικών
Αιτιατικήδολομιτικούςδολομιτικέςδολομιτικά
Κλητικήδολομιτικοίδολομιτικέςδολομιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →