δολοφονώ
•
- αφαιρώ σκόπιμα και προμελετημένα τη ζωή ενός ανθρώπου, σκοτώνω, φονεύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε τον χειρότερο τρόπο καταστρέφω, κακοποιώ, κακομεταχειρίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δολοφονώ < δολοφονία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δολοφονώ | δολοφονείς | δολοφονεί | δολοφονούμε | δολοφονείτε | δολοφονούν / δολοφονούνε |
| Παρατατικός | δολοφονούσα | δολοφονούσες | δολοφονούσε | δολοφονούσαμε | δολοφονούσατε | δολοφονούσαν / δολοφονούσανε |
| Αόριστος | δολοφόνησα | δολοφόνησες | δολοφόνησε | δολοφονήσαμε | δολοφονήσατε | δολοφονήσαν / δολοφονήσανε / δολοφόνησαν |
| Μέλλοντας | θα δολοφονήσω / θα δολοφονώ | θα δολοφονήσεις / θα δολοφονείς | θα δολοφονήσει / θα δολοφονεί | θα δολοφονήσουμε / θα δολοφονούμε | θα δολοφονήσετε / θα δολοφονείτε | θα δολοφονήσουν / θα δολοφονήσουνε / θα δολοφονούν / θα δολοφονούνε |
| Παρακείμενος | έχω δολοφονήσει | έχεις δολοφονήσει | έχει δολοφονήσει | έχουμε δολοφονήσει | έχετε δολοφονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δολοφονήσει | είχες δολοφονήσει | είχε δολοφονήσει | είχαμε δολοφονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δολοφονήσει / να δολοφονήσω / να δολοφονώ | να έχεις δολοφονήσει / να δολοφονήσεις / να δολοφονείς | να έχει δολοφονήσει / να δολοφονήσει / να δολοφονεί | να έχουμε δολοφονήσει / να δολοφονήσουμε / να δολοφονούμε | να έχετε δολοφονήσει / να δολοφονήσετε / να δολοφονείτε | να δολοφονήσουν / να δολοφονήσουνε / να δολοφονούν / να δολοφονούνε |
| Προστακτική | — | δολοφόνει / δολοφόνησε | — | — | δολοφονήστε / δολοφονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →