δομέστικος
•
- επάγγελμαοικονόμος, υπηρέτης Βικιλεξικό
- αξίωμαοφίκιο των επικεφαλής του αριστερού και του δεξιού χορού των ψαλτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δομέστικος < μεσαιωνική ελληνική δομέστικος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δομέστικος | δομέστικοι |
| Γενική | δομέστικου | δομέστικων |
| Αιτιατική | δομέστικο | δομέστικους |
| Κλητική | δομέστικε | δομέστικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →