Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δομιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαo στρουκτουραλιστής, o οπαδός του φιλοσοφικού ρεύματος του δομισμού Βικιλεξικό
  2. αυτός που αναλύει κι εξερευνεί τα πάντα βάση της δομής τους Βικιλεξικό
  3. ※ Παρ' όλο που ο Foucault αρνείται ότι είναι δομιστής, η προσέγγισή του, στο βαθμό που αφορά τη « συστηματοποίηση» των ιστορικών διαδικασιών, επιτρέπει τον χαρακτηρισμό της σαν δομικής. (Διαβάζω, τεύχη 220-229, 1989, σελ. 27) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δομιστής < δομή + -στής • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδομιστήςδομιστές
Γενικήδομιστήδομιστών
Αιτιατικήδομιστήδομιστές
Κλητικήδομιστήδομιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →