δομοστοιχειωτός
•
- σωματιδιακός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες (εάν αναμειχθούν οι δομομονάδες/τα δομοστοιχεία κατακερματίζοντας-διαιρώντας το εσωτερικό τους, είτε αχρηστεύονται είτε [πχ. στην φυσική] παράγουν νέα δομοστοιχεία) Βικιλεξικό
- που αφορά σχέσεις-διάταξη δομοστοιχείων, -α Βικιλεξικό
- (συνήθως) τυποποιημένα αρμοστός-αρμοστικός
- που αποτελεί ή αφορά την δομοστοιχειακή αρχιτεκτονική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δομοστοιχειωτός, -ή, -ό < δομοστοιχείο/δομοστοιχειώνω (συνθέτω κάτι με-από δομοστοιχεία) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δομοστοιχειωτός | δομοστοιχειωτή | δομοστοιχειωτό |
| Γενική | δομοστοιχειωτού | δομοστοιχειωτής | δομοστοιχειωτού |
| Αιτιατική | δομοστοιχειωτό | δομοστοιχειωτή | δομοστοιχειωτό |
| Κλητική | δομοστοιχειωτέ | δομοστοιχειωτή | δομοστοιχειωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δομοστοιχειωτοί | δομοστοιχειωτές | δομοστοιχειωτά |
| Γενική | δομοστοιχειωτών | δομοστοιχειωτών | δομοστοιχειωτών |
| Αιτιατική | δομοστοιχειωτούς | δομοστοιχειωτές | δομοστοιχειωτά |
| Κλητική | δομοστοιχειωτοί | δομοστοιχειωτές | δομοστοιχειωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →