Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δομοστοιχειωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σωματιδιακός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες (εάν αναμειχθούν οι δομομονάδες/τα δομοστοιχεία κατακερματίζοντας-διαιρώντας το εσωτερικό τους, είτε αχρηστεύονται είτε [πχ. στην φυσική] παράγουν νέα δομοστοιχεία) Βικιλεξικό
  2. που αφορά σχέσεις-διάταξη δομοστοιχείων, -α Βικιλεξικό
    • (συνήθως) τυποποιημένα αρμοστός-αρμοστικός
  3. που αποτελεί ή αφορά την δομοστοιχειακή αρχιτεκτονική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δομοστοιχειωτός, -ή, -ό < δομοστοιχείο/δομοστοιχειώνω (συνθέτω κάτι με-από δομοστοιχεία) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδομοστοιχειωτόςδομοστοιχειωτήδομοστοιχειωτό
Γενικήδομοστοιχειωτούδομοστοιχειωτήςδομοστοιχειωτού
Αιτιατικήδομοστοιχειωτόδομοστοιχειωτήδομοστοιχειωτό
Κλητικήδομοστοιχειωτέδομοστοιχειωτήδομοστοιχειωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδομοστοιχειωτοίδομοστοιχειωτέςδομοστοιχειωτά
Γενικήδομοστοιχειωτώνδομοστοιχειωτώνδομοστοιχειωτών
Αιτιατικήδομοστοιχειωτούςδομοστοιχειωτέςδομοστοιχειωτά
Κλητικήδομοστοιχειωτοίδομοστοιχειωτέςδομοστοιχειωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →