δονητικός
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με τη δόνηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δονητικός < δονητής + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vibrant)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δονητικός | δονητική | δονητικό |
| Γενική | δονητικού | δονητικής | δονητικού |
| Αιτιατική | δονητικό | δονητική | δονητικό |
| Κλητική | δονητικέ | δονητική | δονητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δονητικοί | δονητικές | δονητικά |
| Γενική | δονητικών | δονητικών | δονητικών |
| Αιτιατική | δονητικούς | δονητικές | δονητικά |
| Κλητική | δονητικοί | δονητικές | δονητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →