Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δονκιχοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παραλληλίζεται με τη συμπεριφορά του Δον Κιχώτη, που σχετίζεται με τον Δον Κιχώτη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάφαντασιόπληκτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δονκιχοτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδονκιχοτικόςδονκιχοτικήδονκιχοτικό
Γενικήδονκιχοτικούδονκιχοτικήςδονκιχοτικού
Αιτιατικήδονκιχοτικόδονκιχοτικήδονκιχοτικό
Κλητικήδονκιχοτικέδονκιχοτικήδονκιχοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδονκιχοτικοίδονκιχοτικέςδονκιχοτικά
Γενικήδονκιχοτικώνδονκιχοτικώνδονκιχοτικών
Αιτιατικήδονκιχοτικούςδονκιχοτικέςδονκιχοτικά
Κλητικήδονκιχοτικοίδονκιχοτικέςδονκιχοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →