δονκιχοτικός
•
- που παραλληλίζεται με τη συμπεριφορά του Δον Κιχώτη, που σχετίζεται με τον Δον Κιχώτη Βικιλεξικό
- μεταφορικάφαντασιόπληκτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δονκιχοτικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δονκιχοτικός | δονκιχοτική | δονκιχοτικό |
| Γενική | δονκιχοτικού | δονκιχοτικής | δονκιχοτικού |
| Αιτιατική | δονκιχοτικό | δονκιχοτική | δονκιχοτικό |
| Κλητική | δονκιχοτικέ | δονκιχοτική | δονκιχοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δονκιχοτικοί | δονκιχοτικές | δονκιχοτικά |
| Γενική | δονκιχοτικών | δονκιχοτικών | δονκιχοτικών |
| Αιτιατική | δονκιχοτικούς | δονκιχοτικές | δονκιχοτικά |
| Κλητική | δονκιχοτικοί | δονκιχοτικές | δονκιχοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →