δονκιχωτισμός
•
- η μανία να διορθώνει κανείς τα στραβά και να υπερασπίζεται τους καταπιεσμένους, δηλαδή να προσπαθεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο και να λειτουργεί σαν ήρωας Βικιλεξικό
- ειρωνικόη ανιδιοτελής, ρομαντική και ταυτόχρονα ουτοπική στάση που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο ο οποίος υπερασπίζεται κάποιο ιδανικό με τρόπο που δείχνει ότι δεν έχει επαφή με την καθημερινή πραγματικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δονκιχωτισμός < γαλλική donquichotisme < Don Quichotte < ισπανική don Quixote < Quixano
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δονκιχωτισμός | δονκιχωτισμοί |
| Γενική | δονκιχωτισμού | δονκιχωτισμών |
| Αιτιατική | δονκιχωτισμό | δονκιχωτισμούς |
| Κλητική | δονκιχωτισμέ | δονκιχωτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →