Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοξάρι

/ðoˈksa.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικήξύλο σε σχήμα ράβδου με εφαρμοσμένες τεντωμένες τρίχες που σύρονται στις χορδές μουσικών έγχορδων οργάνων (όπως το βιολί) παράγοντας ήχο Βικιλεξικό
    • έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
  2. το σκληρό μέλος ενός τόξου, από ξύλο ή άλλο υλικό, πάνω στο οποίο δένεται η χορδή Βικιλεξικό
    • ο αγαπημένος μου αναπαύεται από το κυνήγι μονάχος, ατέντωτο κείται το δοξάρι σιμά του και ξεχασμένα τα σκυλιά στέκουν τριγύρω του. (Θέματα Νεοελληνικής Φιλολογίας, γραμματολογικά, εκδοτικά, κριτικά: Πρακτικά 8. Επιστημονικής Συνάντησης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τομέας μεσαιωνικών και νέων ελληνικών σπουδών, Γεώργιος Σαββίδης, εκδ. Ερμής, 2001, σελ. 180)

Ετυμολογία

δοξάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δοξάριον < ελληνιστική κοινή τοξάριον, υποκοριστικό για την < αρχαία ελληνική τόξον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοξάριδοξάρια
Γενικήδοξαριούδοξαριών
Αιτιατικήδοξάριδοξάρια
Κλητικήδοξάριδοξάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →