δοξαρίζω
•
- μουσικήπαίζω έγχορδο με δοξάρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάγρατσουνώ, φθείρω, χτυπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοξάρι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δοξαρίζω | δοξαρίζεις | δοξαρίζει | δοξαρίζουμε | δοξαρίζετε | δοξαρίζουν / δοξαρίζουνε |
| Παρατατικός | δοξάριζα | δοξάριζες | δοξάριζε | δοξαρίζαμε | δοξαρίζατε | δοξάριζαν / δοξαρίζαν / δοξαρίζανε |
| Αόριστος | δοξάρισα | δοξάρισες | δοξάρισε | δοξαρίσαμε | δοξαρίσατε | δοξάρισαν / δοξαρίσαν / δοξαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα δοξαρίζω / θα δοξαρίσω | θα δοξαρίζεις / θα δοξαρίσεις | θα δοξαρίζει / θα δοξαρίσει | θα δοξαρίζουμε / θα δοξαρίσουμε | θα δοξαρίζετε / θα δοξαρίσετε | θα δοξαρίζουν / θα δοξαρίζουνε / θα δοξαρίσουν / θα δοξαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δοξαρίσει | έχεις δοξαρίσει | έχει δοξαρίσει | έχουμε δοξαρίσει | έχετε δοξαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δοξαρίσει | είχες δοξαρίσει | είχε δοξαρίσει | είχαμε δοξαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δοξαρίσει / να δοξαρίζω / να δοξαρίσω | να έχεις δοξαρίσει / να δοξαρίζεις / να δοξαρίσεις | να έχει δοξαρίσει / να δοξαρίζει / να δοξαρίσει | να έχουμε δοξαρίσει / να δοξαρίζουμε / να δοξαρίσουμε | να έχετε δοξαρίσει / να δοξαρίζετε / να δοξαρίσετε | να δοξαρίζουν / να δοξαρίζουνε / να δοξαρίσουν / να δοξαρίσουνε |
| Προστακτική | — | δοξάριζε / δοξάρισε | — | — | δοξαρίζετε / δοξαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →