δοξαστικό
•
- θρησκείαιδιόμελο του οποίου προτάσσεται ο στίχος «Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοξαστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δοξαστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοξαστικό | δοξαστικά |
| Γενική | δοξαστικού | δοξαστικών |
| Αιτιατική | δοξαστικό | δοξαστικά |
| Κλητική | δοξαστικό | δοξαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →