Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοξολόγημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού δοξολογώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοξολόγημα < μεσαιωνική ελληνική δοξολόγημα < δοξολογώ + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοξολόγημαδοξολογήματα
Γενικήδοξολογήματοςδοξολογημάτων
Αιτιατικήδοξολόγημαδοξολογήματα
Κλητικήδοξολόγημαδοξολογήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →