Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δορυφορικός

/ðo.ɾi.fo.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δορυφόρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπεριφερειακός, εξαρτημένος Βικιλεξικό
    • Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.

Ετυμολογία

δορυφορικός < δορυφόρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδορυφορικόςδορυφορικήδορυφορικό
Γενικήδορυφορικούδορυφορικήςδορυφορικού
Αιτιατικήδορυφορικόδορυφορικήδορυφορικό
Κλητικήδορυφορικέδορυφορικήδορυφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδορυφορικοίδορυφορικέςδορυφορικά
Γενικήδορυφορικώνδορυφορικώνδορυφορικών
Αιτιατικήδορυφορικούςδορυφορικέςδορυφορικά
Κλητικήδορυφορικοίδορυφορικέςδορυφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →