Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δορυφοροποιώ

/ðo.ɾi.fo.ɾo.piˈo/ρήμα
•
  1. υποβιβάζω κάποιον ή κάτι σε δεύτερης σημασίας θέση, περιφερειακή, όπως αυτή του δορυφόρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δορυφοροποιώ (νεολογισμός) < δορυφορο(ποίηση) + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδορυφοροποιώδορυφοροποιείςδορυφοροποιείδορυφοροποιούμεδορυφοροποιείτεδορυφοροποιούν / δορυφοροποιούνε
Παρατατικόςδορυφοροποιούσαδορυφοροποιούσεςδορυφοροποιούσεδορυφοροποιούσαμεδορυφοροποιούσατεδορυφοροποιούσαν / δορυφοροποιούσανε
Αόριστοςδορυφοροποίησαδορυφοροποίησεςδορυφοροποίησεδορυφοροποιήσαμεδορυφοροποιήσατεδορυφοροποίησαν / δορυφοροποιήσαν / δορυφοροποιήσανε
Μέλλονταςθα δορυφοροποιήσω / θα δορυφοροποιώθα δορυφοροποιήσεις / θα δορυφοροποιείςθα δορυφοροποιήσει / θα δορυφοροποιείθα δορυφοροποιήσουμε / θα δορυφοροποιούμεθα δορυφοροποιήσετε / θα δορυφοροποιείτεθα δορυφοροποιήσουν / θα δορυφοροποιήσουνε / θα δορυφοροποιούν / θα δορυφοροποιούνε
Παρακείμενοςέχω δορυφοροποιήσειέχεις δορυφοροποιήσειέχει δορυφοροποιήσειέχουμε δορυφοροποιήσειέχετε δορυφοροποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δορυφοροποιήσειείχες δορυφοροποιήσειείχε δορυφοροποιήσειείχαμε δορυφοροποιήσειείχατε δορυφοροποιήσει—
Υποτακτικήνα έχω δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσω / να δορυφοροποιώνα έχεις δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσεις / να δορυφοροποιείςνα έχει δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιείνα έχουμε δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσουμε / να δορυφοροποιούμενα έχετε δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσετε / να δορυφοροποιείτενα δορυφοροποιήσουν / να δορυφοροποιήσουνε / να δορυφοροποιούν / να δορυφοροποιούνε
Προστακτική—δορυφοροποίησε——δορυφοροποιήστε / δορυφοροποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →