δορυφοροποιώ
•
- υποβιβάζω κάποιον ή κάτι σε δεύτερης σημασίας θέση, περιφερειακή, όπως αυτή του δορυφόρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δορυφοροποιώ (νεολογισμός) < δορυφορο(ποίηση) + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δορυφοροποιώ | δορυφοροποιείς | δορυφοροποιεί | δορυφοροποιούμε | δορυφοροποιείτε | δορυφοροποιούν / δορυφοροποιούνε |
| Παρατατικός | δορυφοροποιούσα | δορυφοροποιούσες | δορυφοροποιούσε | δορυφοροποιούσαμε | δορυφοροποιούσατε | δορυφοροποιούσαν / δορυφοροποιούσανε |
| Αόριστος | δορυφοροποίησα | δορυφοροποίησες | δορυφοροποίησε | δορυφοροποιήσαμε | δορυφοροποιήσατε | δορυφοροποίησαν / δορυφοροποιήσαν / δορυφοροποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα δορυφοροποιήσω / θα δορυφοροποιώ | θα δορυφοροποιήσεις / θα δορυφοροποιείς | θα δορυφοροποιήσει / θα δορυφοροποιεί | θα δορυφοροποιήσουμε / θα δορυφοροποιούμε | θα δορυφοροποιήσετε / θα δορυφοροποιείτε | θα δορυφοροποιήσουν / θα δορυφοροποιήσουνε / θα δορυφοροποιούν / θα δορυφοροποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω δορυφοροποιήσει | έχεις δορυφοροποιήσει | έχει δορυφοροποιήσει | έχουμε δορυφοροποιήσει | έχετε δορυφοροποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δορυφοροποιήσει | είχες δορυφοροποιήσει | είχε δορυφοροποιήσει | είχαμε δορυφοροποιήσει | είχατε δορυφοροποιήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσω / να δορυφοροποιώ | να έχεις δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσεις / να δορυφοροποιείς | να έχει δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιεί | να έχουμε δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσουμε / να δορυφοροποιούμε | να έχετε δορυφοροποιήσει / να δορυφοροποιήσετε / να δορυφοροποιείτε | να δορυφοροποιήσουν / να δορυφοροποιήσουνε / να δορυφοροποιούν / να δορυφοροποιούνε |
| Προστακτική | — | δορυφοροποίησε | — | — | δορυφοροποιήστε / δορυφοροποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →