Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοσατζού

/ðo.saˈd͡zu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του δοσατζής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοσατζού < δοσατζ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοσατζούδοσατζούδες
Γενικήδοσατζούςδοσατζούδων
Αιτιατικήδοσατζούδοσατζούδες
Κλητικήδοσατζούδοσατζούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →