δοσμένος
•
- που έχει δοθεί Βικιλεξικό
- οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
Ετυμολογία
δοσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δίνω
Άλλοι τύποι
δοσμέναδοσμένεδοσμένεςδοσμένηδοσμένηςδοσμένοδοσμένοιδοσμένοςδοσμένουδοσμένουςδοσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →