Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοσοληψία

/ðo.so.liˈpsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ανταλλαγή προϊόντος και χρημάτων Βικιλεξικό
  2. πληθυντικός: οι αμοιβαίες σχέσεις κι επαφές· λέγεται, κυρίως, με αρνητική σημασία Βικιλεξικό
    • είχε δοσοληψίες με τζογαδορους
  3. βάσεις δεδομένωνβλ. συνώνυμο συναλλαγή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοσοληψία < ελληνιστική < δοσο- (αρχαία ελληνική δόσις) + -ληψία (< αρχαία ελληνική λῆψις)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοσοληψίαδοσοληψίες
Γενικήδοσοληψίαςδοσοληψιών
Αιτιατικήδοσοληψίαδοσοληψίες
Κλητικήδοσοληψίαδοσοληψίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →