δοσοληψία
•
- η ανταλλαγή προϊόντος και χρημάτων Βικιλεξικό
- πληθυντικός: οι αμοιβαίες σχέσεις κι επαφές· λέγεται, κυρίως, με αρνητική σημασία Βικιλεξικό
- είχε δοσοληψίες με τζογαδορους
- βάσεις δεδομένωνβλ. συνώνυμο συναλλαγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοσοληψία < ελληνιστική < δοσο- (αρχαία ελληνική δόσις) + -ληψία (< αρχαία ελληνική λῆψις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοσοληψία | δοσοληψίες |
| Γενική | δοσοληψίας | δοσοληψιών |
| Αιτιατική | δοσοληψία | δοσοληψίες |
| Κλητική | δοσοληψία | δοσοληψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →