δοσολογία
•
- η ρύθμιση της ποσότητας ενός φαρμάκου που πρέπει να πάρει κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοσολογία < δό(σις) δόση + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοσολογία | δοσολογίες |
| Γενική | δοσολογίας | δοσολογιών |
| Αιτιατική | δοσολογία | δοσολογίες |
| Κλητική | δοσολογία | δοσολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →