δοτική
•
- γραμματικήμια από τις πτώσεις των ονομάτων σε διάφορες γλώσσες όπως τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά, τα γερμανικά κλπ· συχνά δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο καταλήγει η ενέργεια του ρήματος, αλλά χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών εννοιών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις Βικιλεξικό
- Στις φράσεις «δόξα τω Θεώ», «τοις μετρητοίς» έχουμε επιβίωση στα νέα ελληνικά μιας αρχαίας δοτικής.
Ετυμολογία
δοτική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δοτική (εννοείται πτῶσις) < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου δοτικός < δίδωμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοτική | δοτικές |
| Γενική | δοτικής | δοτικών |
| Αιτιατική | δοτική | δοτικές |
| Κλητική | δοτική | δοτικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →