δοτός
•
- που έχει δοθεί ή διοριστεί Βικιλεξικό
- μειωτικόπου έχει οριστεί, διοριστεί ή επιβληθει χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση από κάποιον ανώτερο ή ισχυρότερο Βικιλεξικό
- Ο Τσολάκογλου δεν εκτελέστηκε. Χρημάτισε δοτός πρωθυπουργός από τις 30.4.41 μέχρι την 1.2.42. Πέθανε το 1948 στο νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, όντας κρατούμενος. (* Εφημερίδα των Συντακτών)
Ετυμολογία
δοτός < αρχαία ελληνική δοτός < δίδωμι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δοτός | δοτή | δοτό |
| Γενική | δοτού | δοτής | δοτού |
| Αιτιατική | δοτό | δοτή | δοτό |
| Κλητική | δοτέ | δοτή | δοτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δοτοί | δοτές | δοτά |
| Γενική | δοτών | δοτών | δοτών |
| Αιτιατική | δοτούς | δοτές | δοτά |
| Κλητική | δοτοί | δοτές | δοτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →