δουβλόνι
•
- ιστορίαπαλιό, χρυσό ισπανικό νόμισμα (από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα) Βικιλεξικό
- βαρέλια τὰ φλωριά, ἁρμάθες τὰ κολλονᾶτα, στέρνες ἀστέρευτες τὰ δουβλόνια (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, συλλογή διηγημάτων Λόγια της πλώρης, 1899)
Ετυμολογία
δουβλόνι < (άμεσο δάνειο) ισπανική doblón, μεγεθυντικό του doble (διπλός), λόγω της αξίας του δύο εσκούδων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουβλόνι | δουβλόνια |
| Γενική | δουβλονίου / δουβλονιού | δουβλονίων / δουβλονιών |
| Αιτιατική | δουβλόνι | δουβλόνια |
| Κλητική | δουβλόνι | δουβλόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →