δουκάτο
•
- παλαιότερο νόμισμα Ευρωπαϊκών κρατών, αρχικά από τον 13ο αιώνα στη Βενετία Βικιλεξικό
- Μάλιστα στο περιθώριο διασώζεται η παρακάτω ιδιόχειρη σημείωσή του: «Αυτό το βιβλίο το αγόρασα ένα δουκάτο το 1507 στη Βενετία. Albrecht Dürer». (Βυζάντιο-Βενετία-Νεώτερος ελληνισμός, μία περιπλάνηση στον κόσμο της ελληνικής επιστημονικής σκέψης. Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 7-9 Νοεμβρίου 2003, 2004, σελ. 298)
- κράτος ή περιοχή που διοικείται από δούκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δουκάτο < βενετική ducato
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουκάτο | δουκάτα |
| Γενική | δουκάτου | δουκάτων |
| Αιτιατική | δουκάτο | δουκάτα |
| Κλητική | δουκάτο | δουκάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →