δουλίτσα
•
- δουλειά, κάτι όχι ιδιαίτερο σοβαρό που έχω να κάνω Βικιλεξικό
- Έχω να κάνω κάτι δουλίτσες αύριο στο κέντρο.
- οικείοδουλειά, εργασία Βικιλεξικό
- Κοίτα να βρεις καμιά δουλίτσα, ως πότε θα σε τρέφει ο πατέρας σου;
Ετυμολογία
δουλίτσα < δουλ(ειά) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλίτσα | δουλίτσες |
| Γενική | δουλίτσας | — |
| Αιτιατική | δουλίτσα | δουλίτσες |
| Κλητική | δουλίτσα | δουλίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →