Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δουλίτσα

/ðuˈli.t͡sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δουλειά, κάτι όχι ιδιαίτερο σοβαρό που έχω να κάνω Βικιλεξικό
    • Έχω να κάνω κάτι δουλίτσες αύριο στο κέντρο.
  2. οικείοδουλειά, εργασία Βικιλεξικό
    • Κοίτα να βρεις καμιά δουλίτσα, ως πότε θα σε τρέφει ο πατέρας σου;

Ετυμολογία

δουλίτσα < δουλ(ειά) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδουλίτσαδουλίτσες
Γενικήδουλίτσας—
Αιτιατικήδουλίτσαδουλίτσες
Κλητικήδουλίτσαδουλίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →